Ένας κόσμος αντιθέσεων

κόσμος αντιθέσεων

Ζούμε σε μια εποχή αντιθέσεων. Την ίδια στιγμή που πεθαίνουν εκατομμύρια παιδιά το χρόνο από την πείνα, την ανέχεια και τις ασθένειες, πεθαίνουν και εκατομμύρια παιδιά από τις ασθένειες του πολιτισμού (καρκίνος, πολυφαγία, νεανικός διαβήτης κ.λπ.).

Την ίδια στιγμή που εξερευνούμε το έδαφος του πλανήτη Άρη, αδυνατούμε να ξεδιψάσουμε τα 2/3 του πληθυσμού της γης που του αναλογούν λιγότερα από λίγα λίτρα νερό πόσιμο την ημέρα.

Την ίδια στιγμή που επικοινωνούμε απ’ άκρη σ’ άκρη στον κόσμο με τόση ευκολία σα να μιλάμε στο διπλανό δωμάτιο (Internet) και την ίδια στιγμή που αντικαθιστούμε τα ανθρώπινα όργανα με ανταλλακτικά που έχουμε φτιάξει με κλωνοποίηση στο εργαστήριο, συνεχίζουμε να μολύνουμε το περιβάλλον, να κόβουμε τα δάση στον Αμαζόνιο, να μεγαλώνουμε την τρύπα του όζοντος στην Ανταρκτική και να εξαφανίζουμε τις φάλαινες κυνηγώντας τες για τα υποπροϊόντα τους.

Ο άνθρωπος δείχνει να έχει σχιζοφρενικές συμπεριφορές. Από τη μία αναζητεί την ευτυχία μέσα από τη συνεργασία, την αγάπη και την επικοινωνία με τους συνανθρώπους του σε χιλιάδες ομάδες που η σύγχρονη παραγωγή των ψυχοτεχνολογιών παρουσιάζει κάθε μέρα. Από την άλλη πλευρά είναι έτοιμος να κατασπαράξει τον συνάνθρωπό του μόλις νοιώσει ότι κινδυνεύει η οικονομική ή η κοινωνική του ασφάλεια (ρατσισμός σε οικονομικούς μετανάστες, αλλόθρησκους κ.λπ.).

Ζούμε σε ένα κόσμο με δύο όψεις. Η μια είναι αυτή της ευημερίας, της οργάνωσης, της τεχνολογίας, της virtual reality, των φανταχτερών εικόνων, της ταχύτητας και του επιταχυνόμενου ρυθμού που σε ζαλίζει όπως ο τροχός του Λούνα Παρκ, που το μόνο που σου επιτρέπει είναι να κρατιέσαι κολλημένος στη θέση σου, γραπωμένος στα χερούλια, μήπως και σε πετάξει απ’ έξω η φυγόκεντρος δύναμη. Υπάρχει όμως και η άλλη όψη του κόσμου, ενός κόσμου που δεν έχει πάρει είδηση τι συμβαίνει, γιατί το στομάχι του είναι τυμπανισμένο από την πείνα και το μυαλό του δεν μπορεί να δουλέψει κανονικά. Ενός κόσμου που ο μέσος όρος ζωής του συνεχίζει να είναι κάτω από τα 50 χρόνια, γιατί τον αποδεκατίζουν οι επιδημίες και οι αρρώστιες και το όνειρο της ζωής του είναι να χορτάσει μέσα στη μέρα του μόνο.

Ακόμα και στη μεταφυσική, στη διερεύνηση του πνευματικού κόσμου ο άνθρωπος έδειξε τη σύγχυση που τον διακατέχει. Δεκάδες θρησκείες, εκατοντάδες αιρέσεις, χιλιάδες ομάδες, εκατομμύρια σωτήρες, δάσκαλοι, γκουρού, αρχηγοί απ’ άκρη σ’ άκρη σ’ όλο τον κόσμο υπόσχονται να τον σώσουν από τη δυστυχία και να τον οδηγήσουν στην αιώνια χα-ρά, ευτυχία και αγαλλίαση.

Ο άνθρωπος, απελπισμένος γαντζώνεται απ’ αυτούς, μπαίνει στις υπηρεσίες τους και στην κυριαρχία τους. Τελικά βγαίνει… αν βγει απ’ αυτήν την εμπειρία του με μεγαλύτερη σύγχυση απ’ όση είχε πριν.

Ακόμα και η εικόνα του Θεού, όπως έχει απεικονιστεί, είναι μία εικόνα δυστυχισμένου. Του έχουν αποδώσει χαρακτηριστικά επίγειας εξουσίας, κλεισμένης στα όρια της ανθρώπινης διάστασης και θεώρησης. Στην καλύτερη περίπτωση παρουσιάζεται σαν λογιστής που καταγράφει από το πρωί μέχρι το βράδυ τις πράξεις μας πάνω στον πλανήτη.

Πολλές φορές μάλιστα, λες και χαίρεται όταν σαν εισπράκτορας των φόρων του Μεσαίωνα μας φοβίζει, μας τιμωρεί και μας απειλεί σ’ αυτήν τη ζωή αλλά και στην επόμενη. Η σύγχυσή μας μεγαλώνει: Πώς να ξεχωρίσουμε τον πραγματικό δάσκαλο; Πώς θα ξέρουμε ποια διδασκαλία είναι η ορθότερη;

Η απάντηση είναι απλή. Ένας αληθινός δάσκαλος δεν έχει θεωρία για τη σωτηρία μας, ούτε δόγμα, ούτε μαθητές στην υπηρεσία του, ούτε πλουτίζει από το φωτισμό του. Αρνείται την εξάρτηση και κάθε είδους πνευματική δουλεία ή ψυχολογική και πνευματική υποταγή στο πρόσωπό του.

Η συλλογική μας συνείδηση ωρίμασε αρκετά. Ακόμη και αν δεν γνωρίζουμε ατομικά ο καθένας, διαισθανόμαστε τελικά όμως την αλήθεια. Γι’ αυτό δεν μας πείθουν τελικά τα μεγαλόσχημα λόγια αξιωματούχων του κάθε δόγματος, σχηματισμού, ομάδας ή ένωσης, ειδικά όταν δεν συμβαδίζουν με πράξεις ανάλογες.

Είναι καιρός να εκδηλώσουμε αυτό που σκεφτόμαστε με έργα. Ας συγχωρήσουμε αυτούς που μας πίκραναν, ας ζητήσουμε να μας συγχωρήσουν αυτοί που πικράναμε. Ας αρχίσουμε από τους δικούς μας ανθρώπους που συνήθως είναι αυτοί που πληγώνουμε και μας πληγώνουν πιο πολύ. Όση αγάπη περισσέψει (πάντα περισσεύει) ας βρούμε κάπου να τη δώσουμε. Συμβαίνει κάτι παράδοξο με την αγάπη. Όσο πιο πολύ δίνεις, τόσο πιο πολύ έχεις στην καρδιά σου.

-του Παναγή Μεταξάτου, καθηγητή μεθόδου Silva

Σχολιάστε το άρθρο