Ο Βαγγέλης Ρωχάμης υπήρξε μία από τις πιο πολυσυζητημένες μορφές της ελληνικής εγκληματολογικής ιστορίας. Γεννημένος το 1951 στο Βασιλικό Ευβοίας, η ζωή του ήταν γεμάτη περιπέτειες και συγκρούσεις με τις Αρχές. Η πρώτη του σύγκρουση σημειώθηκε το 1971 κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας στη Σύρο.
Η πρώτη του καταδίκη ήρθε την ίδια χρονιά, με ποινή φυλάκισης τρεισήμισι μηνών για κλοπή. Από τότε, η ζωή του ήταν γεμάτη νομικές περιπέτειες. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, συνελήφθη ξανά για απόπειρα πώλησης κλεμμένων τηλεοράσεων.
Το 1986, ο Ρωχάμης καταδικάστηκε σε 27 μήνες φυλάκισης για συμμετοχή σε στάση κρατουμένων. Φημολογείται ότι είχε πραγματοποιήσει περισσότερες από δέκα αποδράσεις από φυλακές —μια αμφιλεγόμενη φήμη που τον συνόδευε μέχρι το τέλος της ζωής του.
Αποφυλακίστηκε τον Απρίλιο του 2000 και συνέχισε να ζει στη Χαλκίδα. Δυστυχώς, έφυγε από τη ζωή στις 6 Φεβρουαρίου 2024 σε ηλικία 73 ετών.
Ο Αλέξανδρος Τσουβέλας, γείτονας του Ρωχάμη, θυμάται: «Ήρθαν οι γονείς μου από το χωριό, εγώ γεννήθηκα εδώ και μέναμε στο Περιστέρι. Στο διπλανό σπίτι έμενε ένα ζευγάρι, ο κύριος Βαγγέλης και η Σόφη, οι οποίοι μας βοηθούσαν.»
Ο Τσουβέλας μοιράζεται επίσης μια χαρακτηριστική ανάμνηση: «Τον τελικό του 1987 τον είδα με τον Βαγγέλη Ρωχάμη, ήμουν έξι ετών.» Αυτές οι προσωπικές ιστορίες προσφέρουν μια πιο ανθρώπινη διάσταση στη ζωή ενός ανθρώπου που συχνά θεωρείται μόνο μέσα από την εγκληματική του εικόνα.
«Μια μέρα ήρθε ένα περιπολικό και πήρε τον κύριο Βαγγέλη,» αναφέρει ο Τσουβέλας. «Ο κύριος Βαγγέλης ήταν ο Ρωχάμης. Μιλάω σοβαρά.» Αυτές οι μνήμες είναι ενδεικτικές των αντιφάσεων που χαρακτήριζαν τη ζωή του.
Details remain unconfirmed σχετικά με τις τελευταίες στιγμές του Ρωχάμη. Ωστόσο, η κληρονομιά του θα συνεχίσει να συζητείται στην ελληνική κοινωνία.